Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Η παραίτηση του Αξελ Βέμπερ και η ευρωπαϊκή κατάρα της Αγκελα Μέρκελ



«Συντρίμμια» «ερείπια» «χάος». Αυτά αφήνει πίσω του, σύμφωνα με τους γερμανούς αναλυτές, ο πρόεδρος της BundesbankΆξελ Βέμπερ. Η δήλωσή του, ότι θα αποχωρήσει πρόωρα από την προεδρία της γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας, προκάλεσε πολιτικό σεισμό στο Βερολίνο. Με κύριο θύμα την Ανγκελα Μέρκελ, η οποία όχι μόνο τον είχε επιλέξει γι αυτή τη θέση, αλλά και τον προόριζε για πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ΕΚΤ. «Το κύρος της καγκελαρίου απειλείται με μεγάλη ζημιά, όταν, στο μέσο της κρίσης του ευρώ, ο εκλεκτόςτης αρνείται να αναλάβει τη θέση του κεντρικού τραπεζίτη στην Ευρώπη» έλεγε ένας από αυτούς.
Το επεισόδιο αυτό αποτελεί έναν πρόσθετο κρίκο στην αλυσίδα αποτυχιών της πολιτικής της στο θέμα του ευρώ. Η αρχή έγινε την άνοιξη του 2010, όταν για ένα περίπου δίμηνο απέκρουε κάθε βοήθεια προς την Ελλάδα, επιδεινώνοντας έτσι την κρίση στην ελληνική οικονομία° συνεχίστηκε με την ευρωπαϊκή ομπρέλα διάσωσης, την οποία χαρακτήριζε αρχικά «άχρηστη» και «αντιοικονομική» ° και αποκορυφώθηκε πρόσφατα με το γαλλογερμανικό σχέδιο για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και τη συγκρότηση μια ευρωπαϊκής διακυβέρνησης, το οποίο θεωρούσε επίσης μέχρι πρότινος ως «εκ του πονηρού».
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η καγκελάριος άρχιζε την παρέμβασή της με ένα στρυφνό «όχι» και κατέληγε με ένα ένθερμο «ναι» - με τόσο ακατανόητο τρόπο όμως, που η στροφή της να εκλαμβάνεται όχι ως εξέλιξη της γραμμής της, αλλά ως σκέτη αντίφαση.
Οι αποτυχίες δεν προκαλούν βέβαια μείωση της δύναμης επιβολής. Χάρη στο γεγονός, ότι η Γερμανία είναι η ισχυρότερη ευρωπαϊκή οικονομία και ταυτόχρονα, η μόνη μεγάλη χώρα της Δύσης που ξεπέρασε το 2010 επιτυχημένα την παγκόσμια κρίση, η καγκελάριος παραμένει ο κύριος του παιχνιδιού στις Βρυξέλλες. Απόδειξη, οι σύνοδοι κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αποφάσεις της οποίας αποδίδουν, λίγο, ή πολύ, την εκάστοτε γερμανική πολιτική και αντικαθρεπτίζουν, ως εκ τούτου, και τις αντιφάσεις της.
Αυτό δεν την κάνει βέβαια περισσότερο συμπαθή. «Η δυσφορία κατά της Μέρκελ αντί να μειώνεται, φουντώνει» έγραψε εφημερίδα. «Πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες, ιδίως από το Νότο, περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία για να πάρουν ρεβάνς. Και η πιο κατάλληλη γι αυτό θα είναι εκείνη στη σύνοδο κορυφής του Μαρτίου για το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας».
Αποτυχία σημαίνει λοιπόν εδώ πριν από όλα, ότι η πολιτική της αδυνατεί να πείσει εχθρούς και φίλους και γι αυτό - μαζί με το γεγονός ότι είναι άστατη και αντιφατική - δεν μπορεί να «ριζώσει» σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Όχι περίεργο έτσι, ότι οι αναλυτές μιλούν για μια «ευρωπαϊκή κατάρα» που κατατρέχει την καγκελάριο. «Ότι κερδίζει στην εσωτερική πολιτική, το χάνει στην ευρωπαϊκή» έλεγε ένας από αυτούς. «Κανένας άλλος καγκελάριος δεν είχε δείξει τόση μικρή ευαισθησία στις απόψεις και τις ανάγκες των ευρωπαίων εταίρων».
Το φιάσκο με τον κ.Βέμπερ έρχεται λοιπόν να επιδεινώσει αυτή την κακοδαιμονία. Η γερμανική αντιπολίτευση εκφράζει ήδη το φόβο, ότι ύστερα από την παραίτησή του, η Γερμανία δεν θα μπορέσει να προωθήσει δικό της εκπρόσωπο στη θέση του προέδρου της ΕΚΤ. «Η καγκελάριος „έκαψε“ τον Βέμπερ, επειδή έπαιρνε όλες τις αποφάσεις της για την Ευρώπη τους τελευταίους μήνες πίσω από την πλάτη του» δήλωσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Σοσιαλδημοκρατών Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγιερ. «Τώρα, ενόψει της εκλογής νέου προέδρου της ΕΚΤ, βρισκόμαστε με άδεια χέρια».
Μέχρι την εκλογή αυτή, που αναμένεται να γίνει το ερχόμενο καλοκαίρι, ή το αργότερο το φθινόπωρο, υπάρχει βέβαια κάποιος χρόνος. Το ερώτημα είναι μόνο, αν θα είναι αρκετός, για να δώσει στο νέο πρόεδρο της Bundesbank τη δυνατότητα, να δημιουργήσει ευρωπαϊκό προφίλ. Το φαβορί για τη θέση αυτή, ο σύμβουλος της κ.Μέρκελ για οικονομικά θέματα Γιενς Βάιντμαν, είναι γνωστός στις Βρυξέλλες, δεν γίνεται όμως αποδεκτός από τους Σοσιαλδημοκράτες, που θεωρούν, ότι κάποις που βρίσκεται σε υπαλληλική σχέση εξάρτησης με την καγκελάριο, δεν μπορεί να μπορεί να μπει επικεφαλής ενός ανεξάρτητου ενός ανεξάρτητου θεσμού, όπως η Κεντρική Τράπεζα.
Όχι λίγοι προτείνουν λοιπόν ως υποψήφιο για την ΕΚΤ τον σοσιαλδημοκράτη Πέερ Στάινμπρουκ, ο οποίος ήταν το 2005- 2009 υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών και διατηρεί άριστη σχέση με την κ.Μέρκελ. Το κέρδος θα είναι όμως κι εδώ περιορισμένο. «Η επιλογή του Στάινμπρουκ θα της έδινε σίγουρα πόντους στο εσωτερικό» έλεγε αναλυτής. «Δεν θα την απάλλασσε όμως από την ευρωπαϊκή της κατάρα». 

TO BHMA