Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

ΕΚΤ & Γερμανοί ήταν στην Ιρλανδία από το .. Σεπτέμβριο

bankruptcyΜερικές φορές είναι πιο δύσκολο να παραδεχτούμε μία τραγική πραγματικότητα από το να την αποδεχτούμε και να τη βιώσουμε. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τους πολιτικούς, οι οποίοι, στην τελική ανάλυση, βιώνουν τις αρνητικές συνέπειες μίας τραγικής πραγματικότητας με πολύ διαφορετικό τρόπο και σε πολύ ηπιότερο βαθμό απ’ ότι οι πολίτες.
Αν, λοιπόν, δεν παραδέχονται οι πολιτικοί την πραγματικότητα ίσως πρέπει να αφήσουμε να το κάνουν οι ‘αγορές’ στις οποίες τόσο συχνά αναφέρονται και τα αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία, για τα οποία νιώθουν, πλέον, τόσο περήφανοι.
Σύμφωνα με τα τελευταία, η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα είναι δραματικά χειρότερη απ’ ότι πριν την υπογραφή της συμφωνίας οικονομικής ‘στήριξης’ το Μάιο του 2010, με εξαίρεση το έλλειμμα το οποίο μειώθηκε. Οι μισθοί και οι συντάξεις μειώθηκαν, χιλιάδες επιχειρήσεις και μαγαζιά έκλεισαν, οι έμμεσοι φόροι αυξήθηκαν και η οικονομική δύναμη των νοικοκυριών μειώθηκε, δισεκατομμύρια ευρώ έφυγαν από τη χώρα, οι τράπεζες δεν άνοιξαν τη στρόφιγγα των δανείων ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν. Η κατάσταση του κλάδου κατοικίας επιδεινώθηκε και η ανεργία, το χρέος και ο πληθωρισμός αυξήθηκαν (με τις προβλέψεις για το επόμενο διάστημα να είναι δραματικές).
Στο ζενίθ της ελληνικής κρίσης, το Μάιο του 2010, και μία ημέρα πριν υπογραφεί η συμφωνία με την τρόικα τα ασφάλιστρα των ελληνικών ομολόγων είχαν απογειωθεί στα 940 δολάρια από 250 το Δεκέμβριο του 2009. Σήμερα, επτά μήνες αργότερα και μετά από την υιοθέτηση και την εφαρμογή των πιο σκληρών δημοσιονομικών και φορολογικών μέτρων στη μοντέρνα ελληνική (και ευρωπαϊκή) οικονομική ιστορία, η τιμή τους βρίσκεται στα 970 δολάρια με το επιτόκιο του ελληνικού 10ετούς ομολόγου στο 11,50%, ποσοστό που είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη και το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των 40 πιο αναπτυγμένων κρατών του κόσμου, πίσω μόνο από αυτό του Πακιστάν. Οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να εξαρτώνται από την ΕΚΤ για τη χρηματοδότηση τους και η Ελλάδα απέχει από το να επιστρέψει από τις αγορές κεφαλαίων περισσότερο απ’ ότι πριν την έγκριση του πακέτου ‘στήριξης’.
Αγορές και οικονομικά στοιχεία μας λένε αυτό που όλοι ζούμε αλλά που οι πολιτικοί δε θέλουν να παραδεχτούν: η κατάσταση γίνεται χειρότερη και όχι καλύτερη.
Το σύνδρομο της άρνησης της πραγματικότητας από τους πολιτικούς δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Συχνά μάλιστα, οι πολιτικοί όχι μόνο αρνούνται την πραγματικότητα αλλά και την κρύβουν επιμελώς, παίζοντας στη συνέχεια ρόλους που αξίζουν να προταθούν για Όσκαρ ηθοποιίας. Ίσως το πιο τρανταχτό σχετικό πρόσφατο παράδειγμα να είναι οι πολιτικοί της Ιρλανδίας.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν στον Ιρλανδικό τύπο το Σεπτέμβριο του 2010 έληγαν ομόλογα ιρλανδικών τραπεζών αξίας 55 δις ευρώ τα οποία είχαν αγοραστεί από Βρετανικές, Γερμανικές και Γαλλικές τράπεζες  και για τα οποία εγγυητής ήταν το Ιρλανδικό κράτος. Οι ιρλανδικές τράπεζες αδυνατούσαν να πληρώσουν τα ομόλογα αυτά και οι πολιτικοί συμφώνησαν η πληρωμή των δανειστών να γίνει με δανεισμό από την ΕΚΤ με την εγγύηση του κράτους, λέγοντας στους πολίτες πως δεν υπήρχε άλλη λύση και περνώντας το μήνυμα ότι χάρη στις προσπάθειες τους έσωσαν το τραπεζικό σύστημα και τη χώρα.
Όμως η πραγματικότητα είναι ότι οι πολιτικοί είχαν με βάση το νόμο το δικαίωμα να αρνηθούν να χρεωθεί το κράτος τα χρέη των τραπεζών, καθώς οι τράπεζες είχαν αποκρύψει άκρως σημαντικές πληροφορίες για την οικονομική τους κατάσταση παραβιάζοντας τον τραπεζικό νόμο. Αν, απλά, επέλεγαν το δρόμο της δικαιοσύνης, τότε θα μπορούσαν με βάση το νόμο να μετατρέψουν το σύνολο του χρέους των τραπεζών ύψους 75 δις ευρώ σε μετοχές, τις οποίες και θα λάμβαναν οι δανειστές και η Ιρλανδική τραπεζική κρίση θα τελείωνε σε μία ημέρα.
Αντ’ αυτού, επέλεξαν να χρεώσουν το κράτος και να σώσουν τη Βρετανία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, ενώ τόσο οι ίδιοι παρέμειναν στις θέσεις τους απολαμβάνοντας τη στήριξη και τα εύσημα δανειστών και μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, όσο και οι διοικητές των τραπεζών που προκάλεσαν την κρίση οι οποίοι δεν έχασαν ούτε καν τα μπόνους τους. ‘Όλοι σώθηκαν’ λέει χαρακτηριστικά ο Ιρλανδός καθηγητής οικονομικών που υπογράφει το σχετικό άρθρο, προσθέτοντας: ‘τουλάχιστον όλοι όσοι έχουν σημασία’.
Οι πολιτικές αποφάσεις στήριξης των δανειστών και των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών, ωστόσο, κοστίζουν και το πρόβλημα είναι πως ή Ιρλανδία δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τα χρέη που εγγυήθηκε και τα υπόλοιπα που μένουν απλήρωτα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία το κόστος της διάσωσης των τραπεζών ανέρχεται στα 70 δις ευρώ και η Ιρλανδία αδυνατεί να τα πληρώσει και έχει επέλθει, στην πραγματικότητα, σε κατάσταση πτώχευσης και ας μην το παραδέχονται οι πολιτικοί και οι τραπεζίτες που την οδήγησαν εκεί.
Και παρά το θέατρο που παίζεται μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου η πραγματικότητα είναι πως η ΕΚΤ και οι ‘Γερμανοί’ είχαν εγκατασταθεί σε γραφείο στο Υπουργείο Οικονομικών της Ιρλανδίας από το Σεπτέμβριο και είχαν ήδη ξεκινήσει τη διαδικασία για την προσφυγή της χώρας στο μηχανισμό στήριξης με τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης.
Σε αυτό το σημείο αξίζει, ίσως, να θυμίσω ότι πριν την υπογραφή του μνημονίου (και πιθανόν ακόμη και μετά από αυτό) και η Ελλάδα είχε τη νομική δυνατότητα να τελειώσει την κρίση με τον πιο ανώδυνο δυνατό τρόπο αλλά επέλεξε να μην το κάνει (βλέπε σχετικό άρθρο: το κρυφό διαπραγματευτικό χαρτί της Ελλάδας).
Ίσως, τελικά, ακόμη πιο δύσκολο από το να παραδεχτούμε και να αποδεχτούμε μία σκληρή πραγματικότητα να είναι να βρούμε το κουράγιο να πάμε κόντρα σε συμφέροντα που φαντάζουν πολύ σημαντικότερα από δικά μας και σε δυνάμεις που φαίνονται πολύ πιο ισχυρές από αυτές που έχουμε εμείς – ακόμη και αν αυτό δεν είναι απαραίτητα αλήθεια.  

Πάνος Παναγιώτου
Χρηματιστηριακός Τεχνικός Αναλυτής