Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Προς «ασφαλέστερες συναλλαγές», οδηγώντας στο περιθώριο τις επιταγές, κινείται ο εμπορικός κόσμος

http://t1.gstatic.com/images?q=tbn:ANd9GcTgMugTn8wZRvyr_rpVI0-VXKGIHJqM2qk4ssfaXzAxb87SXQOdrAΣE σταδιακή αντικατάσταση των συναλλαγών με επιταγές από μετρητά, εγγυητικές επιστολές τραπεζών και εμπράγματες εξασφαλίσεις –ακόμη και με προσημειώσεις ακινήτων και δέσμευση λογαριασμών καταθέσεων – προχωρά το τελευταίο διάστημα ο εμπορικός κόσμος.
 
Στελέχη που δραστηριοποιούνται στην τραπεζική επιχειρήσεων επισημαίνουν ότι μετά την έξαρση που γνώρισε το φαινόμενο των μεταχρονολογημένων επιταγών το 2009 αλλά και το 2010, με τα «φέσια» να ξεπερνούν στη διετία τα 5 δισ. ευρώ, πλέον η αγορά στρέφεται σε «ασφαλέστερες συναλλαγές» οδηγώντας τις επιταγές στο περιθώριο.
Εξηγώντας την κάθετη πτώση που καταγράφουν οι συναλλαγές με επιταγές, οι ίδιες πηγές τονίζουν ότι βασικός λόγος είναι η βαθιά ύφεση που πλήττει το τελευταίο διάστημα την ελληνική οικονομία ενώ σαφώς μικρότερο είναι το μερίδιο ευθύνης των τραπεζών, που λόγω των συνθηκών μειωμένης ρευστότητας που αντιμετωπίζουν προχώρησαν στην αυστηριοποίηση των κριτηρίων έκδοσης μπλοκ επιταγών.
Υπό αυτές τις συνθήκες και η ίδια αγορά επέλεξε τις τελευταίες εβδομάδες να μην αποδέχεται πλέον ως μέσο πληρωμής τις επιταγές, καθώς οι μεγάλες, κυρίως, επιχειρήσεις, ζητούν για τις συναλλαγές τους πιο «ισχυρά μέσα πληρωμών», όπως τα μετρητά, οι εγγυητικές επιστολές τραπεζών, οι εμπράγματες εξασφαλίσεις, ακόμη και με προσημείωση ακινήτου ή δέσμευση των λογαριασμών καταθέσεων.
Τα μετρητά επέστρεψαν και πάλι στο εμπόριο, τονίζει έμπειρος τραπεζίτης που επιβεβαιώνει τις νέες συνδιαλλακτικές πρακτικές.

Η άλλη όψη του νομίσματος

Την ίδια στιγμή, η νέα αυτή πραγματικότητα έχει και άλλη όψη, ιδιαιτέρως δυσμενή για τις μικρές επιχειρήσεις καθώς η επιστροφή των μετρητών στις συναλλαγές επιτείνει το ήδη σημαντικό πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν.
Oπως τονίζουν στελέχη μικρομεσαίων επιχειρήσεων, το αίτημα των προμηθευτών για κάλυψη των συναλλαγών με μετρητά αντί επιταγών δεν τους επιτρέπει την αγορά των αναγκαίων προμηθειών με αποτέλεσμα να εφοδιάζουν τις επιχειρήσεις με σαφώς λιγότερα προϊόντα.
Το αποτέλεσμα είναι πολλά μικρά εμπορικά καταστήματα να κινδυνεύουν με κλείσιμο, όχι γιατί δεν πληρώνουν τους προμηθευτές τους ή επειδή δεν έχουν δουλειά, αλλά επειδή δεν έχουν αρκετά μετρητά για να προμηθευτούν ικανοποιητική πρώτη ύλη. Ειδικά οι μεγάλες αλυσίδες και οι προμηθευτές επιλέγουν πλέον ως μέσο συναλλαγής τις εγγυητικές επιστολές τραπεζών και πολύ συχνά βάζουν και ρήτρες προσημείωσης ακινήτων.
Και έτσι, όπως αναφέρουν τραπεζικά στελέχη, «περάσαμε από τις μεταχρονολογημένες και ακάλυπτες επιταγές, στο φαινόμενο “καθόλου επιταγές”.
Μάλιστα πολλές επιχειρήσεις λειτουργούν σήμερα ως τράπεζες και προσπαθούν να διαχειριστούν τις επισφάλειές τους εισπράττοντας ταυτόχρονα και τα ποσά που τους οφείλονται. Οι επιχειρηματίες που πρόκειται να πληρωθούν με επιταγή, πριν ακόμα την αποδεχτούν, πηγαίνουν στη συνεργαζόμενη τράπεζά τους και ζητούν να πληροφορηθούν αν ο εκδότης της επιταγής είναι φερέγγυος (καταχωρημένος ή όχι στις λίστες του Τειρεσία).
Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους οι τράπεζες, κατά τη διάρκεια του 2010 οι περισσότερες επιταγές σφραγίστηκαν από ιδιώτες και όχι από τράπεζες, ενώ χαρακτηριστική ήταν και η αύξηση των διαταγών πληρωμής.
Συνολικά στη "μαύρη λίστα" του Τειρεσία είναι σήμερα καταχωρημένες, σύμφωνα με πληροφορίες, περισσότερες από 1,5 εκ. εγγραφές καθώς πέρα από τους επιχειρηματίες έχει αυξηθεί σημαντικά και ο αριθμός των ιδιωτών που μπαίνουν στις σχετικές λίστες, καθώς δεν εξυπηρετούν τις δόσεις τους σε δάνεια και πιστωτικές κάρτες. Μάλιστα οι μισές εγγραφές προέρχονται από ακάλυπτες επιταγές και απλήρωτες συναλλαγματικές.
Και σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί η κάθετη πτώση του τζίρου, που ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις λιανεμπορίου φτάνει και στο 50%. Η πτώση της κατανάλωσης συνεχίζεται με γεωμετρική πρόοδο από τον περασμένο Απρίλιο και παρά τις προσφορές και τις εκπτώσεις οι καταναλωτές δεν δείχνουν διατεθειμένοι να προχωρήσουν σε αγορές ενισχύοντας τη ρευστότητα της αγοράς.

Κ. Παπαγρηγόρης