Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Γνωστικό προβάδισμα για τα νήπια που μιλούν δύο γλώσσες


(Φωτογραφία: Αρχείο ΔΟΛ)   
 

Οτάβα: Μια νέα καναδική μελέτη διαπιστώνει ότι τα δίγλωσσα νήπια έχουν γνωστικό πλεονέκτημα έναντι των μονόγλωσσων συνομηλίκων τους, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο Experimental Child Psychology.
Ερευνητές από τα Πανεπιστήμια Κονκόρντια του Μόντρεαλ και Γιορκ του Τορόντο συνεργάστηκαν σε έρευνα στο πλαίσιο της οποίας έγινα σειρά εξετάσεων σε 63 δίγλωσσα νήπια και νήπια που μιλούν μια γλώσσα.

Τα 30 από τα 63 παιδιά θεωρήθηκαν ότι γνώριζαν μόνο μια γλώσσα γιατί το 80% της έκθεσής τους ήταν σε μία κυρίαρχη γλώσσα. Τα υπόλοιπα παιδιά θεωρήθηκαν δίγλωσσα. Οι κυρίαρχες γλώσσες των παιδιών της έρευνας ήταν η αγγλική και η γαλλική.
Η Δρ Νταϊάν Πουλέν-Ντυμπουά εξηγεί ότι τα παιδιά που εκτέθηκαν στις δύο γλώσσες (αγγλικά-γαλλικά) από τη βρεφική ηλικία ξεπέρασαν όσα μιλούσαν μια γλώσσα σε δραστηριότητες που σχετίζονται με τη συγκέντρωση της προσοχής.
«Το να εκτίθενται τα μικρά παιδιά σε μια δεύτερη γλώσσα νωρίς κατά την ανάπτυξή τους παρέχει ένα δίγλωσσο πλεονέκτημα που ενισχύει τον έλεγχο της προσοχής τους», αναφέρει στο άρθρο της.
Και υπογραμμίζει ότι «Το μικρό πλεονέκτημα που παρατηρήσαμε στα δίγλωσσα νήπια 24 μηνών οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός ότι τα παιδιά ακούνε προσεκτικά και μετά χρησιμοποιούν τις δύο γλώσσες κατά περίπτωση».
Από την ηλικία των δύο ετών, τα δίγλωσσα παιδιά είχαν μάθει ήδη το λεξιλόγιο σε καθεμία από τις δύο γλώσσες τους. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα παιδιά είχαν κάποια εμπειρία εναλλαγής της χρήσης των δύο γλωσσών.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι τα γνωσιακά πλεονεκτήματα της διγλωσσίας είχαν έρθει νωρίτερα από ό,τι είχαν δείξει προηγούμενες μελέτες.
Η έρευνα χρηματοδοτήθηκε από το Καναδικό Δίκτυο Έρευνας Γλώσσας και Γραμμάτων, το Ερευνητικό Συμβούλιο Φυσικών Επιστημών και Μηχανικής καθώς και το Αμερικανικό Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας.

 health.in.gr
ΑΠΕ-ΜΠΕ