Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

Charter Schools: Ιδιωτικοποίηση της παιδείας στην Αμερική


Ποσοτικοποίηση, Μέτρηση, Ανταγωνισμός
Το ότι η οποιαδήποτε κρίση, (πολιτική, οικονομική, ή ένεκα φυσικών καταστροφών), αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για ραγδαίες και καταιγιστικές μεταρρυθμίσεις, είχε διατυπωθεί με ενάργεια από τον Φρίντμαν. Ο Ομπάμα, μπορεί να φλέρταρε με τον κεϋνσιανισμό σ’ ότι αφορά τα χρήματα που διοχέτευσε στις τράπεζες, στις ασφαλιστικές εταιρίες και στην αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά ως προς την παιδεία, θα λέγαμε ότι τον Φρίντμαν τον ξεφλούδισε.

Ο λόγος, περί της εκστρατείας που έχει ξεκινήσει για τη μεταρρύθμιση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όπου κάτω από το ιδιαίτερα προσφιλές στους αμερικανούς ιδεολόγημα της «ελεύθερης επιλογής» και τη συνεπικουρία των media, επιχειρηματικών κύκλων (π.χ. Walart) και διαπλεκόμενων πολιτικών, που με ιδιαίτερη φρενίτιδα δεν χάνουν την ευκαιρία να απαξιώσουν το δημόσιο σχολείο και να στιγματίζουν τους δασκάλους, ειδικά τους συνδικαλισμένους, ως τεμπέληδες και αποκλειστικά υπεύθυνους για την αποτυχία των μαθητών, την σπρώχνει κατευθείαν στο πιάτο των ιδιωτών και των καθαρτηρίων ικανοτήτων της αγοράς και των επιχειρήσεων.

Αυτή την εποχή, όλη η κουβέντα στην Αμερική έχει πολωθεί γύρω από τα λεγόμενα charter schools, (σχολεία με συμβόλαιο), τα οποία και παρουσιάζονται ως η λυδία λίθος για τη θεραπεία της χειμαζόμενης παιδείας. Ποιος φταίει που η οικονομία δεν πάει καλά και η παραγωγή μετακομίζει; Το δημόσιο σχολείο! Ποιος φταίει που οι αμερικανοί φτωχαίνουν; Οι κακοί δάσκαλοι! Ποιος φταίει που τα αμερικανόπουλα δεν ενδιαφέρονται σοβαρά για τα μαθήματά τους; Τα συνδικάτα των δασκάλων! Και πώς θα διορθωθούν όλα αυτά;

Μα, με τις απολύσεις των «κακών δασκάλων», με το κλείσιμο των «κακών» σχολείων και πάνω απ’ όλα με τον πολλαπλασιασμό των charter schools! «Αν μπορούσαμε να απολύουμε κάθε χρόνο το 5% με 10% των δασκάλων με τα χειρότερα αποτελέσματα, τότε θα πρωτεύαμε στα διεθνή τεστ», λέει με περισσή υποκρισία ο Eric Hanushek, οικονομολόγος του Ινστιτούτου Χούβερ του Στάνφορντ, μιας και ήταν δικές του οι μελέτες που είχαν δείξει ότι η ποιότητα του δασκάλου επιδρά μόνο κατά ένα 7%-10% στις επιδόσεις του μαθητή. Το υπόλοιπο, απλά χρεώνεται στο κοινωνικο-οικονομικό του περιβάλλον.

Εν ολίγοις, τα charter schools είναι ένα παράλληλο σύστημα σχολείων, ανταγωνιστικό των δημοσίων, μπορεί να τα συστήσει ο οιοσδήποτε, όπως σύλλογοι γονέων, εκκλησιαστικοί οργανισμοί, πανεπιστήμια, κυρίως όμως ιδιωτικές επιχειρήσεις, χρηματοδοτούνται από το κράτος, αν και με λιγότερα χρήματα απ’ ότι τα δημόσια, χωρίς όμως να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες με αυτά, μπορούν να λειτουργούν σαν αυτόνομοι, μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί, με δικό τους πρόγραμμα και μέθοδο διδασκαλίας, και με δασκάλους που οι ίδιοι θα επιλέγουν, μπορούν να δεχτούν χρηματοδότηση απ’ όπου επιθυμούν, π.χ. Gates, (όπως άλλωστε και τα αμιγώς δημόσια σχολεία), διαφέρουν όμως ως προς τη λογοδοσία και αξιολόγηση που υπόκεινται, προκειμένου να συνεχιστεί η κρατική χρηματοδότηση.

Αυτή είναι βέβαια η αγιογραφική εκδοχή των charter schools που ισχύει μονάχα στα χαρτιά, και στα προπαγανδιστικά ντοκιμαντέρ τύπου «Waiting for Superman», που τελευταία σπάνε ταμεία. Οι αλυσίδες επιχειρήσεων που διαχειρίζονται μεγάλα δίκτυα σχολείων, όπως η Green Dot στην Καλιφόρνια, είναι προφανώς κερδοσκοπικές, (συστήνουν πρώτα ένα μη-κερδοσκοπικό οργανισμό ο οποίος στο κατόπι προσλαμβάνει μια κερδοσκοπική εταιρία για το management), οι εκπαιδευτικοί που προσλαμβάνονται δεν είναι οι καλύτεροι, αλλά οι φτηνότεροι και οι ανοργάνωτοι, ενώ τα αποτελέσματα σε καμία περίπτωση δεν είναι καλύτερα από αυτά των γειτονικών δημοσίων σχολείων. Όπως κατέδειξε η έκθεση CREDO η οποία εξέτασε τα μισά από τα 5000 περίπου charter schools της χώρας, μόνο το 17% ξεπερνάει τα δημόσια σε επιδόσεις, ενώ το 37% βρίσκεται σε χειρότερη μοίρα.

Τι σημαίνει όμως καλό σχολείο; Εδώ συναντάει κανείς δυο γραμμές. Την κυρίαρχη αγοραία, που θεωρεί την παιδεία επένδυση και το σχολείο, ακόμα και το δημοτικό, προθάλαμο προετοιμασίας για την αγορά εργασίας και την άλλη, την ουμανιστική, η οποία θεωρεί το σχολείο θεματοφύλακα της κοινής κουλτούρας και των δημοκρατικών αρχών, που οφείλει να μεταβιβάζει τη γνώση, να καλλιεργεί την κριτική σκέψη και να προετοιμάζει ενεργούς και συνειδητούς πολίτες.

Η πρώτη γραμμή εκπορεύεται από κυβερνητικούς και επιχειρηματικούς κύκλους, ενώ η δεύτερη από την κοινότητα των εκπαιδευτικών, οι οποίοι και αντιτίθενται σθεναρά στην πρώτη. Η συνταγή λοιπόν του καλού εμπορευματικού σχολείου (αν και ποτέ δεν ειπώθηκε με το όνομά του), είναι η εφαρμογή του επιχειρηματικού μοντέλου, δηλαδή η πρόσληψη διευθυντών από business schools με ελάχιστη ή μηδενική σχέση με την εκπαίδευση, οι αδιάκοπες αξιολογήσεις των μαθητών μέσα από τεστ στα μαθηματικά, τη γλώσσα και τις φυσικές επιστήμες, (εδώ η Φινλανδία, με διαφορετικό όμως μοντέλο, φαίνεται να τους άναψε για τα καλά τα φιτίλια), και οι συνεχείς αξιολογήσεις των διδασκόντων μέσα από τις βαθμολογικές επιδόσεις των μαθητών τους, το ποσοστό αποφοίτησης και το ποσοστό εισαγωγής τους σε ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Σχολεία που δεν κατορθώνουν να πιάσουν τους δείκτες τιμωρούνται είτε με μείωση της χρηματοδότησης, είτε με οριστικό κλείσιμο.

Το μοντέλο της ποσοτικής αξιολόγησης ενός ποιοτικού αγαθού όπως η παιδεία, και η υιοθέτηση εργαλειακών αξιών στον ορισμό της σχολικής επιτυχίας, όπως άρχισε να εφαρμόζεται το 2001 από την κυβέρνηση Μπους με το πρόγραμμα «No Child Left Behind», δεν απέφερε συνολικά τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Και τούτο γιατί, πώς μπορείς να αξιολογήσεις θετικά τον καθηγητή ας πούμε των μαθηματικών, του οποίου ο μαθητής επιτυγχάνει στα τεστ, χωρίς να αξιολογείς παράλληλα και τον καθηγητή, για παράδειγμα, της μουσικής, το μάθημα του οποίου συνέβαλε αποφασιστικά ώστε ο εν λόγω μαθητής να παραμείνει αφ’ ενός στο σχολείο και αφ’ ετέρου να αγαπήσει τα μαθηματικά; Η εκπαιδευτική διαδικασία, συν τοις άλλοις, είναι ένα συλλογικό εγχείρημα που δεν μπορεί να χρεωθεί αποκλειστικά σε ένα άτομο, όπως το αντιλαμβάνεται το πνεύμα των ατομικών αξιολογήσεων.

Παρ’ όλα αυτά, σχολεία σε μειονοτικές και φτωχές κοινότητες ιδίως στο εσωτερικό των πόλεων συνέχισαν να υπολείπονται του ρόλου τους, τρανταχτή απόδειξη του γεγονότος ότι καλή παιδεία δεν μπορεί να προσφερθεί σε συνθήκες υποβαθμισμένου κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος. Ο Ομπάμα λοιπόν, αντί να πάρει αποστάσεις από τη γραμμή αυτή, κινήθηκε ακόμα πιο επιθετικά, με το να επενδύσει πολιτικά στον ήδη υπάρχοντα από το 1991, κύκλο των charter schools. Αντί να ενισχύσει τη δημόσια εκπαίδευση στην οποία καταφεύγει το 97% των μαθητών, στρέφεται στην αποδόμηση και την ιδιωτικοποίησή της.

Τα charter schools δεν είναι καλύτερα από τα δημόσια με όποιο κριτήριο και να το δεις. Παρουσιάζουν όμως δυο σημαντικά πλεονεκτήματα: αποδεσμεύουν κονδύλια από τον κρατικό προϋπολογισμό και ανοίγουν μια αγορά μισού περίπου τρις δολαρίων σ’ έναν επιθετικό ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, λύνονται και τα χέρια της κυβέρνησης ώστε χωρίς τύψεις και δισταγμό να προβεί σε απολύσεις 300,000 και πλέον δασκάλων που έχει προγραμματιστεί ν’ απολυθούν μέχρι το τέλος τους έτους. Πολλοί από αυτούς δεν θα μείνουν άνεργοι. Θα προσληφθούν από τα charter schools με μικρότερο φυσικά μισθό και με αμφίβολες ασφαλιστικές καλύψεις.

Το παρήγορο είναι ότι το εγχείρημα αυτό συναντά ακόμα αρκετές αντιστάσεις.

e-cynical