Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ, ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ, Η ΕΛΛΑΔΑ, Η ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΠΟΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΗΣ



http://www.sigmalive.com/files/imagecache/full_image/files/node_images/8/5/9/342859/turkey_israel_cyprus.jpg
Του Δημήτρη Μπεκιάρη
(RIEAS Αναλυτής)

Copyright: www.rieas.gr


H άσκηση από την Κυπριακή Δημοκρατία του αυτονόητου δικαιώματος εξόρυξης του φυσικού της πλούτου, αποκάλυψε το αληθινό πρόσωπο μιας Τουρκίας, η οποία ανεξάρτητα από το αν στην πολιτική ηγεσία βρίσκονται οι «μετριοπαθείς» ισλαμιστές ή οι Κεμαλιστές, εμφανίζεται πάντοτε ως επιθετικός και, τελικά, ως αποσταθεροποιητικός παράγοντας στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.


Τα δόγματα των «μηδενικών προβλημάτων με τους γείτονες» και της «ήπιας ισχύος», τα οποία εισήγαγε ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Αχμέτ Νταβούτογλου ως κάποιες εκ των βασικών κατευθύνσεων της τουρκικής διπλωματίας κατέρρευσαν μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Η Τουρκία απειλώντας με πόλεμο την Κύπρο, οδηγώντας στα άκρα τη σχέση της με το Ισραήλ, ενισχύοντας την στρατιωτική της παρουσία στα ύδατα της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου και τείνοντας να διαταράξει τις ισορροπίες δεκαετιών, οδηγεί σε ανάφλεξη μια περιοχή στην οποία ήδη η κατάσταση είναι ρευστή.



Η Τουρκία εκτός από το γεγονός ότι έχει αντιδράσει σε διπλωματικό επίπεδο για την γεώτρηση στην Κύπρο, χρησιμοποιεί, συν τοις άλλοις, προσχηματικά το επιχείρημα ότι το Ισραήλ δεν απολογείται για τα αποτελέσματα της επέμβασης του ισραηλινού στρατού στο πλοίο “Mavi Marmara” το οποίο συμμετείχε στο «Στολίσκο της Ελευθερίας», ο οποίος μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στη Λωρίδα της Γάζας τον Μάιο του 2010, ώστε να στείλει σαφές μήνυμα στη διεθνή κοινότητα, στο ίδιο το Ισραήλ, στην Κύπρο, αλλά και στην Ελλάδα ότι δεν θα ρισκάρει να τεθούν σε κίνδυνο τα συμφέροντά της στην ανατολική Μεσόγειο και ότι δεν θα παραιτηθεί από τις αξιώσεις της για συμμετοχή στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, η ύπαρξη των οποίων έχει διαπιστωθεί στην περιοχή ανατολικής Μεσογείου.

Βαθύτερα, ο αντικειμενικός σκοπός της ισλαμικής τουρκικής κυβέρνησης είναι η αναβίωση της «Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», μέσα από την υλοποίηση του νεοοθωμανικού πολιτικού προγράμματος, το οποίο βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη από το έτος 2002, όταν ο Ταγίπ Ερντογάν εξελέγη πρωθυπουργός, μέχρι και σήμερα.

Στον αντίποδα είναι ξεκάθαρο ότι ο στρατηγικός άξονας Ισραήλ – Κύπρου – Ελλάδας βρίσκεται ήδη σε πλήρη ισχύ. Στα τέλη Σεπτεμβρίου, αρχές Οκτωβρίου ξεκινά η εξόρυξη φυσικού αερίου στο λεγόμενο θαλάσσιο «Οικόπεδο 12» ή άλλως «Αφροδίτη» της Κύπρου, την οποία έχει αναλάβει η αμερικανική εταιρεία Noble Energy και στην οποία θα συμμετέχει η ισραηλινή εταιρεία Delek. Η Τουρκία έχει ήδη εξαπολύσει τις απειλές της σε βάρος της κυπριακής δημοκρατίας και έχει κάνει χρήση διπλωματικών μέσων ώστε να επιτύχει την ματαίωση των γεωτρήσεων στο θαλάσσιο «Οικόπεδο 12». Εκείνο το οποίο απομένει είναι να δούμε αν τελικά η Άγκυρα θα κάνει πράξη τις απειλές της και τότε ποια θα είναι η αντίδραση του Ισραήλ, της Ελλάδας, των ΗΠΑ και ευρύτερα του διεθνούς παράγοντα.

Το πλαίσιο

Η Τουρκία έχει απειλήσει την Κύπρο με πόλεμο, μέσω του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν, μέσω του υπουργού Επικρατείας Εγκεμέν Μπαγίς και μέσω του υπουργού Ενέργειας Τανέρ Γιλντίζ. Η γειτονική χώρα, έχοντας πλήρη επίγνωση ότι στην παρούσα συγκυρία τα συμφέροντα της Κύπρου είναι πλήρως ταυτισμένα με την ενίσχυση του στρατηγικού βάθους του Ισραήλ στη Μεσόγειο, έχει ήδη προχωρήσει στην επιβολή μιας σειρά από κυρώσεις προς το Ισραήλ με πρόσχημα τα αποτελέσματα της έκθεσης Palmer για την επέμβαση του ισραηλινού στρατού στο “Mavi Marmara”: Η Άγκυρα έχει υποβαθμίσει τις διπλωματικές σχέσεις με την Ιερουσαλήμ σε επίπεδο β΄ Γραμματέα, έχει ανακαλέσει τους ανώτερους γραφειοκράτες από την τουρκική πρεσβεία στο Τελ Αβίβ, έχει αναστείλει τις στρατιωτική συνεργασία και τη συνεργασία στον αμυντικό τομέα με το Ισραήλ, έχει αποφασίσει την διακοπή των εμπορικών σχέσεων, έχει αποφασίσει την λήψη οποιουδήποτε μέτρου στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα, ενώ ακόμη δεν αναγνωρίζει τον ισραηλινό αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας. Επίσης ο Τούρκος πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν προανήγγειλε ότι όταν θα πραγματοποιηθεί εκ νέου αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα το τουρκικό πολεμικό ναυτικό θα συνοδεύει τα πλοία, τα οποία θα συμμετέχουν στο νέο στολίσκο. Όπως είναι φυσικό το ενδεχόμενο αυτό συνιστά ανοικτή πρόσκληση σε βάρος του Ισραήλ.

Μέσα σε όλα αυτά ο Τούρκος πρωθυπουργός έχει δηλώσει ότι «η Ανατολική Μεσόγειος δεν μας είναι ξένη. Οι βάσεις Ακσάζ και Αλεξανδρέττας είναι σημεία που έχουν τη δυνατότητα και το δικαίωμα να επιβλέπουν. Τα πλοία μας στο εξής θα εμφανίζονται πολύ συχνά στα ύδατα αυτά».

Είναι, όμως, έτοιμη η Τουρκία ώστε να εμπλακεί στρατιωτικά σε μία διαμάχη με το Ισραήλ ή να επιτεθεί στην Κύπρο;

Η Τουρκία μπορεί να έχει καταστήσει σαφή τον περιφερειακό ρόλο, τον οποίο διαδραματίζει στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά είναι βέβαιο ότι γνωρίζει πως αν επιτεθεί στην Κύπρο, τότε θα έχει πραγματοποιήσει επίθεση σε ένα κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία ήδη έχει καλέσει την Τουρκία να αποφύγει ενέργειες, που θα προκαλέσουν περεταίρω αποσταθεροποίηση στην περιοχή. Ο αρμόδιος για θέματα Διεύρυνσης Ευρωπαίος Επίτροπος Στέφαν Φούλε κάλεσε την Τουρκία να παύσει να απειλεί την Κύπρο, υπενθυμίζοντας ότι οι διαφορές πρέπει να διευθετούνται με ειρηνικό τρόπο και μέσω του σεβασμού στο Δίκαιο της Θάλασσας και όχι με πόλεμο. Ποιες είναι λοιπόν οι πιθανότητες ενός νέου «Αττίλα»;

Θεωρητικά το επίκεντρο της σύγκρουσης θα είναι η περιοχή στην οποία θα ξεκινήσει η γεώτρηση στο θαλάσσιο «Οικόπεδο 12», το οποίο βρίσκεται εντός της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κυπριακή κυβέρνηση έχει ήδη συμφωνήσει ώστε στην πλατφόρμα της γεώτρησης να κυματίζουν εκτός από την κυπριακή, οι σημαίες των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πριν η Τουρκία εξαπολύσει τις ευθείες απειλές, ότι θα επέμβει, αν χρειαστεί, στρατιωτικά στην Κύπρο, οι πιέσεις, τις οποίες επιχείρησε να ασκήσει προς τον ΟΗΕ ώστε να ματαιωθούν οι γεωτρήσεις, προειδοποιώντας ότι θα «παγώσει» το διαδικαστικό πλαίσιο των διαπραγματεύσεων που διεξάγονται στο Κυπριακό, αλλά και εκείνες προς τις ΗΠΑ και τις ενεργειακές εταιρείες έπεσαν στο κενό. Η Noble Energy, έχοντας την αμερικανική υποστήριξη θα προχωρήσει στην γεώτρηση.

Υπό το βάρος των «πολεμικών κραυγών» της Τουρκίας και η Ρωσία στάθηκε στο πλευρό της Κύπρου, ενώ η αποκάλυψη της διεξαγωγής των συζητήσεων και μιας επικείμενης συμφωνίας για την παροχή βοήθειας ύψους 2,5 δισ. Ευρώ στην Κύπρο μόνο τυχαίο γεγονός δεν είναι.

Από την πλευρά της η Noble Energy, δια εκπροσώπου της και παρόντος του επιτετραμμένου της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Λευκωσία κατέστησε απολύτως σαφές ότι «Παρακολουθούμε τις απειλές της Τουρκίας, είμαστε όμως και σε επαφή με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις ΗΠΑ και όπου αλλού χρειάζεται, απευθυνθήκαμε στα Ηνωμένα Eθνη και σίγουρα προχωρούμε για τη γεώτρηση στο Οικόπεδο 12».

Σύμφωνα με μία άποψη, η οποία δείχνει να ενισχύεται όλο και πιο πολύ, η Τουρκία δεν θα αντέξει σε μία σφοδρή αντιπαράθεση με τον διεθνή παράγοντα, με τις ΗΠΑ, με τη Ρωσία, με το Ισραήλ, ακόμη και με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η επένδυση της αμερικανικής εταιρείας Noble Energy είναι πολύ μεγάλη για να ματαιωθεί εξαιτίας των λεονταρισμών της Άγκυρας, ενώ η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα στηρίξει αναμφίβολα την παρουσία των αμερικανο – εβραϊκών οικονομικών συμφερόντων σε μία περιοχή που είναι ύψιστης στρατηγικής σημασίας και για τα αμερικανικά συμφέροντα σε όλους τους τομείς και σε όλα τα επίπεδα. Μπορεί κανείς να συνοψίσει τη θέση της Ουάσιγκτον έναντι του ενδεχομένου να προκληθεί θερμό επεισόδιο ή να ξεσπάσει πόλεμος στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου στη φράση «Δεν απαντάμε σε υποθετικές υποθέσεις». Βέβαια πάντοτε θα πρέπει να σημειώνεται ότι ένα ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης Τουρκίας – Ισραήλ ισοδυναμεί με εφιάλτη για τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι πρόκειται για τους δύο σημαντικότερους συμμάχους της στη Μέση Ανατολή. Για αυτόν εξάλλου το λόγο η αμερικανική διπλωματία όχι μόνο είναι ιδιαίτερα προσεκτική, αλλά αναλαμβάνει στο παρασκήνιο πρωτοβουλίες για την γεφύρωση των σχέσεων και την αποκατάσταση των σχέσεων της Άγκυρας με το Τελ Αβίβ. Αυτών των διαδικασιών διαμεσολάβησης για την εξομάλυνση των τουρκο – ισραηλινών έχει αναλάβει προσωπικά η υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον.

Από την πλευρά του το Ισραήλ έχει πλήρη επίγνωση ότι η συγκρότηση του στρατηγικού άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ αποτελεί το «οξυγόνο» σε μία περίοδο που ο ισλαμικός κλοιός, στην δημιουργία του οποίου έχει συμβάλλει το νέο – οθωμανικό πολιτικό πρόγραμμα του Αχμέτ Νταβούτογλου, σφίγγει σαν θηλιά γύρω από το λαιμό του. Η συγκρότηση του στρατηγικού άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ θα διασφαλίσει το στρατηγικό βάθος που έχει ανάγκη το Ισραήλ στη Μεσόγειο ή άλλως στη «γραμμή» Κύπρου – Κρήτης – Μάλτας – Γιβραλτάρ. Το στρατηγικό βάθος που επιζητά στη Μεσόγειο το Ισραήλ, και μέσω κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, αποτελεί επιτακτική ανάγκη για το Τελ Αβίβ στην συγκυρία της απώλειας της πρώτης ισλαμικής χώρας – συμμάχου στην περιοχή, δηλαδή της Τουρκίας, αλλά και στη χρονική περίοδο κατά την οποία συντελούνται ριζικές ανακατατάξεις στον βορειοαφρικανικό γεωγραφικό χώρο και στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός ότι η Τουρκία επιχειρεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο και να διεισδύσει πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά στις χώρες όπου έλαβε χώρα η «Αραβική Ανοιξη», όπως επίσης η υπερδραστηριοποίηση της τουρκικής διπλωματίας στην Αίγυπτο και στη Λιβύη και ακόμη στη Συρία και στον Λίβανο και η προσέγγιση της Άγκυρας με την Χαμάς και τη Χεζμπολάχ είναι δεδομένα τα οποία δεν περνούν απαρατήρητα από το Ισραήλ. Και πως θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα όταν η ισραηλινή Πρεσβεία στο Κάιρο έγινε στόχος του πλήθους, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν, έστω και προσωρινά, στα άκρα οι σχέσεις ανάμεσα στο Ισραήλ και στην Αίγυπτο, μέχρι τελικά να πέσουν οι τόνοι. Στην Τουρκία, επικρατεί η άποψη ότι η Τουρκία ως παράγοντας καθορισμού των εξελίξεων στα «μεθεόρτια» της «Αραβικής Άνοιξης», αλλά και η συμμετοχή της χώρας στην συγκρότηση της αντιπυραυλικής ασπίδας θα αποτελέσουν τους βασικότερους παράγοντες αναθεώρησης της στάσης του αμερικανικού παράγοντα έναντι του Ισραήλ, λαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο πιο σοβαρά υπόψη τον ρόλο του παράγοντα «Τουρκία» και για τα αμερικανικά συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Δεν είναι λίγοι εκείνοι μάλιστα, οι οποίοι υπογραμμίζουν ότι ίσως τελικά η τουρκο – ισραηλινή κρίση, ευνοήσει την Τουρκία. Κάτι τέτοιο, όμως, προϋποθέτει αναθεώρηση της χωρίς όρους υποστήριξης του Ισραήλ από την Ουάσιγκτον, σενάριο που σε πρακτικό επίπεδο είναι πάρα πολύ δύσκολο να επιβεβαιωθεί δεδομένης και της τεράστιας επιρροής που ασκείται στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα από τους Εβραίους της διασποράς.

Οι συμφωνίες για τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες, ο επαναπροσδιορισμός των ζωνών επιρροής και ο καθορισμός των περιφερειακών συστημάτων, τα οποία θα κυριαρχήσουν, συνιστούν καθοριστικούς παράγοντες για την επόμενη ημέρα στην ανατολική Μεσόγειο.

Η διπλωματία της Τουρκίας, η οποία ξεκινά πολυμέτωπο «πόλεμο» κατά πάντων, δεν έχει περάσει απαρατήρητη ούτε από τη Μόσχα, η οποία παράλληλα αντιμετωπίζει με μεγάλο προβληματισμό την εξέλιξη του προγράμματος «Ενωμένος Καύκασος» το οποίο υλοποιεί η Άγκυρα, στο πλαίσιο του νέο – οθωμανικού προγράμματος, ούτε βέβαια την τουρκική οικονομική διείσδυση στα Βαλκάνια. Εκτός αυτού, κανείς δεν μπορεί να υποτιμήσει τα ρωσικά συμφέροντα στην Κύπρο.

Μέσα σε όλα αυτά και ενώ οι αντιπαραθέσεις με επίκεντρο την ανατολική Μεσόγειο θα κλιμακωθούν, σχεδόν αναπόφευκτα με ευθύνη της Τουρκίας, η Τεχεράνη άσκησε και εκείνη με τη σειρά της κριτική στην Άγκυρα, εξαιτίας της συμμετοχής της Τουρκίας στην ΝΑΤΟίκή αντιπυραυλική ασπίδα. Η επιθετικότητα της Τουρκίας και η διαρκής πρόκληση του διεθνούς παράγοντα, ακόμη και συμμάχων της, όπως είναι το Ιράν, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους καθοριστικούς παράγοντες για την επαλήθευση σεναρίων διεθνούς απομόνωσης ή ακόμη και διαμελισμού της. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η προσπάθεια της Τουρκίας να πατήσει επάνω σε δύο βάρκες, δηλαδή τόσο στη Δύση, όσο και στην Ανατολή μπορεί να εξελιχθεί σε μπούμερανγκ.

Πόσο έτοιμη για πόλεμο είναι η Τουρκία;


Η Τουρκία σε μια προσπάθεια να κατατρομοκρατήσει την Κύπρο , προβάλει, το τελευταίο χρονικό διάστημα, τις δυνατότητες του στόλου της. Ομοίως, και στο πλαίσιο της αντιπαράθεσής της με το Ισραήλ χρησιμοποιεί την απειλεί της χρησιμοποίησης του πολεμικού της ναυτικού. Στην ανατολική Μεσόγειο, η μοναδική χώρα, η οποία διαθέτει πολεμικό ναυτικό το οποίο να μπορέσει να ανταγωνιστεί την Τουρκία, παρά τα προβλήματα που αναμφισβήτητα έχουν προκύψει εξαιτίας της σφοδρής οικονομικής κρίσης, είναι η Ελλάδα.

Η Τουρκία υπερέχει στον τομέα του πολεμικού ναυτικού έναντι του Ισραήλ, το οποίο, όμως, διαθέτει ισχυρότερη πολεμική αεροπορία, ενώ στη θάλασσα διαθέτει υποβρύχια Τύπου 800 κλάσης Dolphin, τα οποία είναι εξοπλισμένα με βλήματα cruise Popeye Turbo εμβέλειας τουλάχιστον 350χλμ, κορβέτες κλάσης Saar 5, πυραυλακάτους κλάσης Saar 4.5 και πυραυλακάτους κλάσης Saar 4. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου απάντησε εξάλλου στις πολεμικές κραυγές του Τούρκου πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν δηλώνοντας ότι «Η επιχειρησιακή ικανότητα του ναυτικού κατά μήκος της ισραηλινής ακτογραμμής, αλλά και σε άλλες περιοχές, είναι ιδιαίτερα δυνατή. Και πρέπει να τονίσω ότι το ναυτικό αποτελεί ένα από τους δύο βραχίονες της ισραηλινής άμυνας. Με τις ενέργειες σας προστατεύετε εμάς και διασφαλίζετε την ασφάλεια των θαλασσών μας». Ταυτόχρονα η ισραηλινή πολεμική αεροπορία επιτηρεί, σε μόνιμη βάση και σε κατάσταση σχεδόν πολεμικής ετοιμότητας τα κοιτάσματα φυσικού αερίου Λεβιάθαν και Ταμάρ.

Όμως, παρά την ισχύ της Τουρκίας στη θάλασσα και παρά τις σοβαρές και ειλικρινείς προσπάθειες, τις οποίες καταβάλλει η ισραηλινή κυβέρνηση ώστε να εξομαλυνθεί η κρίση στις τουρκο – ισραηλινές σχέσεις, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αν το Ισραήλ προκληθεί σοβαρά θα αντιδράσει. Σοβαροί αναλυτές στο Ισραήλ υπογραμμίζουν την υπερίσχυση της Τουρκίας στη Θάλασσα, αλλά γνωρίζουν ότι οι επιχειρήσεις του πολεμικού ναυτικού είναι αποτελεσματικές με τη συνδρομή ισχυρής πολεμικής αεροπορίας και προειδοποιούν την Άγκυρα για τις επιπτώσεις του ολικού και πολυμέτωπου πολέμου τον οποίο μπορεί να εξαπολύσει το Ισραήλ εναντίον της Τουρκίας καταστρέφοντας τις υποδομές και την οικονομίας της με τέτοιο τρόπο, ώστε να κάνει να ανακάμψει και να συνέλθει μετά από πολλές δεκαετίες. Οι ίδιοι αναλυτές αναφέρουν ότι αυτός ο «ολικός» πόλεμος και τα πολυμέτωπα πλήγματα, ακόμη και στον τομέα της οικονομίας, που μπορεί να εξαπολύσει και να καταφέρει αντίστοιχα το Ισραήλ θα κάνουν μία στρατιωτική αντιπαράθεση στα ήρεμα ύδατα της ανατολικής Μεσογείου να μοιάζουν με «παιδικό πόλεμο».

Έπειτα η Τουρκία, η οποία διαθέτει εξαιρετικά μεγάλη ακτογραμμή είναι υποχρεωμένη να διατηρεί δυνάμεις του πολεμικού της ναυτικού στο Αιγαίο, στη Μαύρη Θάλασσα και στη θαλάσσια περιοχή βόρεια της Κύπρου. Σε αυτή τη βάση πόσο μεγάλες είναι οι δυνατότητές της ώστε να ανταπεξέλθει;

Όμως, εκτός από όλα αυτά τίθεται και ένα ακόμη ερώτημα. Η Τουρκία απειλεί με πόλεμο χρησιμοποιώντας το πολεμικό της ναυτικό. Ποιο ναυτικό, όμως; Εκείνο το οποίο κυριολεκτικά «ξεδοντιάστηκε» την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2011 έπειτα από τις συλλήψεις των εμπειρότερων ναυάρχων του τουρκικού στόλου, οι οποίοι φέρονται να εμπλέκονται στο σχέδιο «Βαριοπούλα»; Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί το ενδεχόμενο η Τουρκία να δραστηριοποιηθεί στρατιωτικά και στη Συρία, αλλά και η κλιμακούμενη ένταση με το PKK. Αν προκληθεί θερμό επεισόδιο ή ξεσπάσει πόλεμος στην ανατολική Μεσόγειο, το βάρος πόσων «θερμών» μετώπων θα αντέξει η Τουρκία;
Η απάντηση του Ισραήλ

Όπως προκύπτει, μέχρι τώρα, από τις δηλώσεις όλων των κορυφαίων αξιωματούχων της ισραηλινής κυβέρνησης, το Ισραήλ επιδιώκει σταθερά και παρά τις συνεχείς και διαδοχικές προκλήσεις της Άγκυρας, την εξομάλυνση των σχέσεων με την Τουρκία.

Εξάλλου το Ισραήλ δεν έχει λόγο να ανοίγει και άλλα μέτωπα σε μία περιοχή, όπως η Μέση Ανατολή, η οποία κυριολεκτικά βράζει, ούτε βέβαια να ρισκάρει τη συμμετοχή και τα συμφέροντά του στις εξελίξεις για την επόμενη ημέρα στη βόρειο Αφρική και κυρίως στην Αίγυπτο, όπου ήδη η Τουρκία είναι υπερδραστήρια. Η Τουρκία από την έναρξη των εξεγέρσεων που θα μείνουν στην ιστορία ως «Αραβική Άνοιξη» επεδίωξε και επιδιώκει την εγκατάσταση του δικού της πολιτικού μοντέλου (μετριοπαθές πολιτικό Ισλάμ) και του δικού της μοντέλου ανάπτυξης σε χώρες της βορείου Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Το Ισραήλ εκλαμβάνει το ενδεχόμενο της συμμαχίας της Τουρκίας με την Αίγυπτο, ως αναβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ενδεχόμενο αναβίωσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπό οποιαδήποτε μορφή, και η ενίσχυση του περιφερειακού ρόλου της Τουρκίας θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες για τη δημιουργία προϋποθέσεων απομόνωσης του Ισραήλ, σε μία ευρύτατη γεωγραφική περιοχή, η οποία είναι γεμάτη από εχθρικά, για το ίδιο, κράτη.

Φυσικά η κρίση ανάμεσα στην Τουρκία και στο Ισραήλ δεν αποτελεί ένα συγκυριακό φαινόμενο. Το Τελ Αβιβ παρακολουθεί εδώ και εννέα χρόνια, δηλαδή από το 2002 όταν το AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) ανέβηκε στην εξουσία και ο Ταγίπ Ερντογάν ξεκίνησε την πορεία προς την ολοκληρωτική πολιτική κυριαρχία, την πορεία «εξισλαμισμού» της τουρκικής διπλωματίας.

Από τότε το Ισραήλ παρακολούθησε με ιδιαίτερη προσοχή την υλοποίηση του νέο – οθωμανικού προγράμματος, την συστηματική προσπάθεια μετεξέλιξης του Τούρκου πρωθυπουργού σε Σουλτάνο, την επιχείρηση μετατροπής του κοσμικού τουρκικού κράτους σε νέα Οθωμανική Αυτοκρατορία με στόχο το «2023» και κυρίως τη στροφή προς τον αραβικό κόσμο με όρους υπονομευτικούς για τη θέση και τα συμφέροντα του κράτους του Ισραήλ στην περιοχή, από την κυβέρνηση μίας χώρας που κάποτε ήταν στρατηγικός εταίρος του Τελ Αβίβ στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και πλέον έχει προσεγγίσει την Τεχεράνη, τη Χαμάς και τη Χεζμπολάχ. Η κρίση κατέστη εξαιρετικά σαφής το 2010, όταν στο Νταβός ο Ταγίπ Ερντογάν επιτέθηκε φραστικά εναντίον του Ισραηλινού προέδρου Σιμόν Πέρες για το θέμα της Γάζας. Η πλήρης διάρρηξη των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες ήρθε τον Μάιο του 2010 όταν ο ισραηλινός στρατός επενέβη στο τουρκικό πλοίο “Mavi Marmara” και από τότε δεν είναι λίγοι εκείνοι οι οποίοι επιμένουν ότι η πρόκληση θερμού επεισοδίου ανάμεσα στις δύο χώρες στην ανατολική Μεσόγειο, είναι θέμα χρόνου.

Μέσα στο καλοκαίρι του 2011 πραγματοποιήθηκαν προσπάθειες για επαναπροσέγγιση και για αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στο Ισραήλ και στην Τουρκία, χωρίς αποτέλεσμα. Εκείνο το οποίο πρέπει πάντοτε να σημειώνεται είναι ότι ακόμη και αν αποκατασταθούν οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο κράτη, αυτές δεν θα είναι ποτέ οι ίδιες. Και αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσει ο οποιοσδήποτε κυβερνητικός αξιωματούχος του Ισραήλ.

Η στάση της Ελλάδας


Η Ελλάδα, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, εμπλέκεται στις εξελίξεις, οι οποίες λαμβάνουν χώρα στην ανατολική Μεσόγειο. Εξάλλου οι απειλές τις οποίες εκτοξεύει η Άγκυρα εναντίον της Λευκωσίας, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να αφήσουν άπραγη την Αθήνα. Τόσο ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Πάνος Μπεγλίτης, όσο και ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος κατέστησαν σαφές ότι η Ελλάδα θα αντιδράσει σε ένα ενδεχόμενο υλοποίησης των τουρκικών απειλών εναντίον της Κύπρου.
Ταυτόχρονα οι σχέσεις Ελλάδας – Ισραήλ, όχι μόνο είναι αναβαθμισμένες, αλλά έχουν προσλάβει στρατηγικό χαρακτήρα. Το πρόσφατο ταξίδι του Έλληνα υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Μπεγλίτη στο Ισραήλ, όπου υπέγραψε μνημόνιο αμυντικής συνεργασίας και επίσης η πρόσφατη επίσκεψη του προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Καρόλου Παπούλια, επιβεβαιώνουν τους διπλωματικούς προσανατολισμούς της Αθήνας, ενώ ακόμη είναι νωπά τα θετικά αποτελέσματα των επισκέψεων του Έλληνα πρωθυπουργού κ. Γιώργου Παπανδρέου στο Ισραήλ και του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2010.
Ωστόσο δεν είναι λίγοι εκείνοι, κυρίως εντός Ελλάδας, οι οποίοι επισημαίνουν ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να εμπλακεί στην τουρκο – ισραηλινή διένεξη, διότι ως «αδύναμος κρίκος», εξαιτίας των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων, τα οποία αντιμετωπίζει η χώρα μας, θα αποτελέσει εκείνη το θύμα της τουρκικής επιθετικότητας. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, επειδή η τουρκική επιθετικότητα έναντι της Κύπρου και του Ισραήλ, θα παραμείνει σε επίπεδο απειλών ακριβώς για τον λόγο ότι πανίσχυρα υπερεθνικά συμφέροντα (αμερικανικός παράγοντας, ενεργειακές εταιρείες) θα παρέμβουν ώστε να αποτρέψουν την τουρκική επίθεση, τελικά το πεδίο της πρόκλησης θερμού επεισοδίου θα είναι το Αιγαίο, όπου η Τουρκία θα ζητήσει τα ανταλλάγματα για τις απώλειες που έχει υποστεί στην ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα, ωστόσο, μόνο να κερδίσει έχει από τη στρατηγική αναβάθμιση των σχέσεών της με το Ισραήλ. Οι προσδοκίες της ελληνικής κυβέρνησης σε αυτό το πεδίο διαφάνηκαν ξεκάθαρα από ένα τμήμα των δηλώσεων του Έλληνα υπουργού Εθνικής Άμυνας Πάνου Μπεγλίτη, ο οποίος μεταξύ πολλών άλλων είπε: «με το Ισραήλ είμαστε εταίροι και μπορούμε να γίνουμε στρατηγικοί εταίροι και δυο πυλώνες σταθερότητας και ασφαλείας στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου». Η ελληνική πολιτική ηγεσία έχει καταστήσει σαφές ότι η ελληνο – ισραηλινή προσέγγιση, η οποία αποτελεί την σημαντικότερη και αναγκαία διπλωματική πρωτοβουλία της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια, δεν ετεροπροσδιορίζονται από την κρίση στις τουρκο – ισραηλινές σχέσεις.

Όμως η Τουρκία γνωρίζει ότι η Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα η ελληνική οικονομία βρίσκονται σε κατάσταση αποσύνθεσης. Υπό αυτό το πρίσμα στην Άγκυρα κυριαρχεί η άποψη ότι η αποδυναμωμένη Ελλάδα δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποκρούσει την τουρκική απειλή. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Η στρατηγικά προσηλωμένη πολιτική, την οποία ακολουθεί η Κύπρος, η διασύνδεση και η σύμπλευση των συμφερόντων της με το Ισραήλ και τους ενεργειακούς κολοσσούς, όπως η ενεργειακή Noble Energy και η ισραηλινή Delek μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα.

Η Ελλάδα θα έπρεπε ήδη να έχει καθορίσει την δική της Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με την Κύπρο, συμπεριλαμβάνοντας και το Καστελόριζο. Με αυτόν τον τρόπο θα είχε ήδη δημιουργηθεί ένα είδος ενιαίου θαλάσσιου χώρου από το Ισραήλ μέχρι και το Αιγαίο πέλαγος. Σε αυτή τη βάση θα έπρεπε να είχε ήδη καλέσει μεγάλες ξένες ενεργειακές εταιρείες για την διεξαγωγή ερευνών και για την εξόρυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου. Τα κολοσσιαία ενεργειακά συμφέροντα προκειμένου να διασφαλίσουν τις επενδύσεις και την κερδοφορία τους, θα διασφάλιζαν ταυτόχρονα και τα ελληνικά συμφέροντα στο Αιγαίο, ενώ οι επενδύσεις τους θα έδιναν πνοή στην ελληνική οικονομία. Ταυτόχρονα η Ελλάδα με σύμμαχο, το Ισραήλ, το οποίο βρίσκεται σε υψηλότερη, από την Τουρκία, θέση στη συμμαχική κλίμακα των ΗΠΑ, θα είχε ήδη αναβαθμίσει την γεωπολιτικής της θέση. Ποτέ, όμως, δεν είναι αργά. Αρκεί να υπάρχει βούληση. 


geopolitics-gr.