Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Γράμμα απο την Αθήνα



Αγαπημένη μου Μαρία, είμαι καλά και ελπίζω να είσαι κι εσύ καλά. Μαρία, είσαι πολύ άτυχη που δεν ζεις πια στην Ελλάδα. Δεν έχει καμία σχέση με τη βαρετή χώρα που θυμάσαι. Είναι πια μια πάρα πολύ συναρπαστική χώρα. Ειδικά, η Αθήνα πρέπει να είναι το πιο καυτό σημείο του πλανήτη. Μια πόλη hot spot.
Μαρία μου, θυμάσαι που κόβαμε βόλτες στο κέντρο στις 3 και στις 4 τα ξημερώματα και χαζεύαμε τις βιτρίνες των καταστημάτων; Αυτό δεν παίζει πια. Αφενός όλες οι βιτρίνες είναι καλυμμένες με σιδεριές από πάνω μέχρι κάτω –οπότε δεν βλέπεις Χριστό-, και αφετέρου υπάρχει κίνδυνος να σου την πέσουν οι εξαθλιωμένοι και οι κακοποιοί, και να σε ξεκοιλιάσουν.

Μαρία, είμαι ο μοναδικός στην παρέα που δεν τον έχουν ληστέψει. Ίσως φταίνε οι διαστάσεις μου. Μόνο τις προάλλες, στο Θησείο, εκεί που πίναμε καφέ, ένας ζητιάνος πήγε να μου αρπάξει το κινητό. Είχε βάλει μπροστά μου στο τραπέζι ένα μεγάλο χαρτί που περιέγραφε την κατάστασή του και από κάτω με τα ακροδάχτυλα μου έκλεβε το κινητό. Του το πήρα από το χέρι και του είπα «ρε συ, θα με κλέψεις;». Κλαψούρισε λίγο και έφυγε.
Είναι πολύ ωραία τώρα στην Αθήνα. Κάθεσαι να πιείς έναν καφέ και περνάνε εκατοντάδες ζητιάνοι, τσιγγάνοι, μικροπωλητές, πρεζόνια, έμποροι ναρκωτικών, πουτάνες και μαστροποί – έχω γνωρίσει πολύ κόσμο.
Η πιο συνηθισμένη σκηνή είναι κάποιος να κυνηγάει κάποιον άλλον. Δεν παίζουν κυνηγητό – κυνηγάνε τους κλέφτες.
Εκεί που περπατάς στο δρόμο, σε σταματάνε διάφοροι και σου ζητάνε λεφτά. Καλά, και παλιά σε σταματούσαν αλλά όχι κάθε δέκα μέτρα. «Άσε, ρε φιλαράκι» τους λέω «κι εγώ με δανεικά ζω».
Πήρα τα μέτρα μου και έχω φροντίσει και κυκλοφορώ σαν λέτσος. Ξέχνα τα Armani και τα Paul & Shark που δεν τα έβγαζα από πάνω μου – τα μάζεψα και τα φύλαξα στο πατάρι. Πήγα στο Μοναστηράκι και αγόρασα κάτι κουρελαρίες καταπληκτικές – μοιάζω με τον Όλιβερ Τουίστ σε πιο μεγάλη έκδοση. Δεν μπορούν, βέβαια, τα κουρέλια να κρύψουν το αριστοκρατικό και αρχοντικό μου στιλ αλλά, όσο να ‘ναι, βοηθάνε να μη δίνω στόχο.
Μαρία, ευτυχώς που δεν έχω αυτοκίνητο. Παλιά, το πρόβλημα ήταν να βρεις θέση για πάρκινγκ. Τώρα, αν κάνει το λάθος και παρκάρεις, την έβαψες. Πρέπει να είσαι συνέχεια σε κίνηση, για να μην στο σπάσουν και σε κλέψουν.
Επίσης, ευτυχώς που δεν έχω δικό μου σπίτι. Είμαι πολύ τυχερός. Έχω βάλει και στην πόρτα ένα σημείωμα που γράφει «Είμαι φτωχός και άνεργος με πέντε παιδιά» – σε 72 γλώσσες- και δεν κινδυνεύω να με κλέψουν. Έχω βρει την ησυχία μου. Μερικοί διαρρήκτες μου ρίχνουν και χρήματα κάτω από την πόρτα. Υπάρχει μια αλληλεγγύη στην κοινωνία.
Το καλύτερο είναι που δεν έχω δουλειά. Σου λέω, είμαι πάρα πολύ τυχερός. Όσοι έχουν δουλειά φοβούνται μην τη χάσουν. Τρομερό άγχος. Φαντάσου να έχεις δουλειά και να τη χάσεις. Μόνο που το σκέφτομαι, τρελαίνομαι.
Το πιο ωραίο δεν στο ‘γραψα. Έχει γεμίσει η Αθήνα άστεγους. Ναι, βέβαια. Χαμός γίνεται από άστεγους – γίναμε επιτέλους Ευρώπη. Αχ βρε Μαρία, τα καλύτερα έχεις χάσει. Βέβαια, οι πιο πολλοί είναι στο κέντρο. Στη γειτονιά μας δεν έχει πολλούς. Έχει, όμως, στο Λουμπαρδιάρη. Άστεγοι στο Λουμπαρδιάρη. Καταπληκτικό; Ενθουσιάστηκα την πρώτη φορά που τους είδα. Όταν έρθεις, θα πάμε να σου τους γνωρίσω. Έχω γίνει φίλος με όλους.
Έχουμε πια και σειρήνες. Είναι κάτι μέρες που ακούς τις σειρήνες των περιπολικών και των ασθενοφόρων από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τύφλα να ‘χει η Νέα Υόρκη. Η Αθήνα σφύζει από ζωή.
Τι άλλο να σου γράψω; Θα τα μαθαίνεις και από την τηλεόραση. Α, έχουμε και πολλές αυτοκτονίες – έχουν σπάσει όλα τα ρεκόρ. Για τις αυτοκτονίες δεν τα λένε στις τηλεοράσεις γιατί μπορεί να γίνει μόδα και να αυτοκτονήσουν όλοι.
Οι φίλοι μας είναι όλοι καλά. Μάλλον δηλαδή. Σάμπως τους βλέπω κιόλας; Είναι ο καθένας στην καρακοσμάρα του. Τρέχουν όλοι. Δεν έχω καταλάβει γιατί τρέχουν συνέχεια. Άμα σταματήσουν, θα τους ρωτήσω.
Εγώ την περνάω φίνα. Μάσες, τσάρκες, διαδηλώσεις, σινεμά, θέατρα, μπουζούκια – δεν έχω παράπονο. Σκέφτομαι, βέβαια, πως κάποια στιγμή θα τελειώσουν τα λεφτά και μπορεί να χρειαστεί να δουλέψω ξανά. Πω πω, το φαντάζεσαι; Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι.
Από την άλλη, σκέφτομαι κι εσένα που δουλεύεις τόσες ώρες και στενοχωριέμαι. Μα κι εσύ, ρε χριστιανή μου, δεν φτάνει που πήγες στην άλλη άκρη του κόσμου, ήταν ανάγκη να δουλεύεις κιόλας;
Τέλος πάντων, μιας και δουλεύεις, δεν μου στέλνεις καμιά 20αριά χιλιάδες δολάρια να περάσω το καλοκαίρι; Κρίμα είναι να τρώω από τα δικά μου.
Μαρία μου, ωραία είναι η Αθήνα αλλά εγώ λέω να την κάνω για τα νησιά. Τη θέλω τη θάλασσα από τον Μάιο μέχρι και τον Οκτώβριο – μετά με κουράζει.
Άντε, να ‘ρθεις για λίγες μέρες να κάνεις κι εσύ κάνα μπάνιο. Πάντως, εγώ θα σε σκέφτομαι, όταν θα είμαι με το μαντίλι στα μαλλιά και θα παίζω τον Λόρενς της Αραβίας πάνω στα βράχια. Θα βουτάω και για σένα.
Μαρία μου, να είσαι καλά και καλή αντάμωση
Σε φιλώ
π.
Υ.Γ. Τώρα δεν μπορείς να πεις ότι δεν σου γράφω. Έχω και μάρτυρες.