Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

How Wars End



Gideon Rose

How Wars End
Simon and Schuster, 2010

David E. Sanger

The New York Times Book Review

Ένα μήνα πριν από την εισβολή στο Ιράκ, στο ζοφερό χειμώνα του 2003, αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου του Μπους, κάλεσαν εμένα και ένα από τους συναδέλφους μου να συζητήσουμε τα σχέδιά τους για την μετα-Σαντάμ εποχή στο Ιράκ. Δημοσίως, ο πρόεδρος Μπους δεν είχε ακόμα επιλέξει να πάνε στον πόλεμο. Ωστόσο, η απόφαση ήταν προκαθορισμένη. Ο Gideon Rose, συντάκτης σε θέματα Εξωτερικών Σχέσεων, μας υπενθυμίζει, στο υπέροχα οριοθετημένο “How Wars End”, ότι το Ιράκ ήταν μοναδικό αναφορικά με το μέγεθος του εσφαλμένου υπολογισμού. Η Ουάσινγκτον δεν έχει ποτέ πραγματικά καταλάβει πώς να αποδεσμευτεί από τους πολέμους, ακόμα και τους «καλούς». Τελικά, όπως σημειώνει ο Rose, οι περισσότεροι πρόεδροι βρίσκουν ότι έχουν «σκοντάψει στη γραμμή του τερματισμού χωρίς σαφή αίσθηση του τι θα έρθει μετά ή πώς να προωθήσουν τα αμερικανικά συμφέροντα ανάμεσα σε όλο το χάος». Και όλοι κατέληγαν να ρωτάνε την διάσημη ερώτηση του στρατηγού David H. Petraeus: «Πες μου πως τελειώνει αυτό».


Ο Rose ταξιδεύει τους αναγνώστες σε κάθε σημαντικό αμερικανικό πόλεμο του 20ου αιώνα, αρχίζοντας με τις προσπάθειες του Ουίλσον να τερματίσει τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο απαλλάσσοντας την Γερμανία από τις αυταρχικές τις παραδόσεις χωρίς να την υποχρεώνει να υποστεί μια ταπεινωτική ήττα. Ο Wilson «θέλησε να δεσμεύσει τους φίλους του, καθώς και τους εχθρούς του με το όραμά του για ένα ειρηνικό μέλλον βασισμένο στην δημοκρατία, το ελεύθερο εμπόριο και την Κοινωνία των Εθνών». Εντούτοις, οι ΗΠΑ δεν έγιναν ποτέ μέρος της Κοινωνίας των Εθνών. Ο Ρούσβελτ και ο Τρούμαν πήραν υψηλότερες βαθμολογίες για τον τρόπο που τερμάτισαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η μεγαλύτερη συμβολή του Rose είναι η περιγραφή του βρώμικου τέλους των επίσης βρώμικων πολέμων που ακολούθησαν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρατηρεί, για παράδειγμα, ότι ο Τρούμαν είχε στη διάθεσή του τους όρους ανακωχής πριν να επιτευχθεί συμφωνία στη Κορέα. Αυτό που λείπει, ωστόσο, από την περιγραφή του Rose για την Κορέα είναι κάθε σοβαρή συζήτηση για το πώς ο κόσμος ζει κάθε μέρα, με τους καρπούς ενός πολέμου που ποτέ δεν έληξε επίσημα. Στο Βιετνάμ, η Ουάσιγκτον έμαθε ότι όταν η αμερικανική κοινή γνώμη έχει εγκαταλείψει μία πολεμική προσπάθεια, είναι αδύνατο να καταλήξει σε μια καλή διευθέτηση. Και τώρα ξέρουμε ότι η κεντρική λογική για τον πόλεμο – ότι αν το Βιετνάμ υποχωρούσε στον κομμουνισμό, το υπόλοιπο της Νοτιοανατολικής Ασίας θα ακολουθούσε – ήταν θεμελιωδώς ελαττωματική.

Αυτό ισχύει και για το βασικό επιχείρημα για την εισβολή στο Ιράκ και τα όπλα μαζικής καταστροφής-φαντάσματα. Αλλά το πιο ενδιαφέρον ερώτημα σχετικά με το Ιράκ είναι ο λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ εισέβαλαν σε μια χώρα που δεν ήταν συνδεδεμένη με τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Ο πρόεδρος Μπους κατέστησε σαφές ότι πίστευε ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν πλέον να ανεχτούν το είδος των κινδύνων που είχαν βιώσει πριν την πτώση των δίδυμων πύργων. Ο Rose ισχυρίζεται έξυπνα ότι η ώθηση για τον πόλεμο προηγήθηκε της έναρξής του: βρισκόταν στην «αδιαμφισβήτητη διεθνή και εσωτερική εξουσία» που είχαν αποκτήσει οι ΗΠΑ μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Συνδυάστε το αυτό με την αφαίρεση κάθε περιορισμού μετά την 11η Σεπτεμβρίου, και το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμα εύφλεκτο.

Αναφορικά με την πρόωρη αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν και από ένα πόλεμο που δεν είχαν ακόμη κερδίσει, ο Rose καταλήγει ότι «στην καλύτερη περίπτωση, το Αφγανιστάν θα μπορούσε να γίνει ένα άλλο Ιράκ, με τις ΗΠΑ να αποχωρούν σταδιακά. Στη χειρότερη περίπτωση, θα μπορούσε να είναι μια επανάληψη του Βιετνάμ, με το Λευκό Οίκο να εισέρχεται σε ένα άχαρο αγώνα σε μια στρατηγικά περιθωριακή χώρα».