Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

Μαύρο στον μαύρο Δήμαρχο

του Άλκη Γαλδαδά

Την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα πέρασα από το μαγαζί του Ισλάμ (ναι, υπάρχει και τέτοιο όνομα). Είναι ράφτης από το Μπάνγκλα Ντες. Τα ράφια του μικρού του μαγαζιού είναι γεμάτα με σακούλες που έχουν μέσα φούστες, παντελόνια, πουκάμισα, σακάκια. Ρούχα φορεμένα από τους ανθρώπους, που θέλουν κάποιες μετατροπές. Και η γειτονιά φαίνεται να τον εμπιστεύεται γιατί πάντα όποτε πάω έχει δουλειά. Βρήκαμε λοιπόν και το δικό μου ρούχο, έβγαλα και του έδωσα τα τέσσερα Ευρώ που μου είχε πει ότι θέλει, όταν του πήγα το ρούχο. Μου κράτησε τρία Ευρώ. Του θύμισα ότι έπρεπε να μου κρατήσει τέσσερα. Με αποστόμωσε λέγοντας ότι είχε εκτιμήσει λάθος, η δουλειά ήταν λιγότερη. «Κάνει τρία Ευρώ φίλε, ευχαριστώ» μου λέει δίνοντας και το ένα Ευρώ ρέστα πριν προλάβω να πω κάτι άλλο. Ο Ισλάμ είναι από τη χώρα που εκεί ιδρύθηκε και πρόκοψε και η Grameen Bank, δηλαδή η Αγροτική Τράπεζα, που δανείζει μικροποσά σε φτωχούς ανθρώπους (στεγαστικά των 200 Ευρώ και καταναλωτικά των 10 Ευρώ, στους ζητιάνους μάλιστα με 0% επιτόκιο)και εκείνοι αποδείχθηκε ότι τα ξεπληρώνουν παρ’ όλες τις δυσκολίες τους σε ποσοστό 97.2%!

Το βράδυ της ίδιας ημέρας έβαλα μετά από καιρό στην πρίζα την TV για να δω πού είχε φθάσει τελικά η προεκλογική παραφροσύνη. Mega-Channel. Τρέμη-Πρετεντέρης-Τσίμας στα παράθυρα του... 1ου. Κάτω στο ισόγειο, από δεξιά Παφίλης, δίπλα του Καμίνης, σοβαροί αγέλαστοι. Μέχρις εκεί όλα καλά. Δίπλα τους όμως είχαν και τον Νικήτα, που έκανε πραγματικά τη διαφορά. Κρατούσε εκείνη την ώρα ψηλά το προεκλογικό φυλλάδιο της παράταξης Καμίνη και έδειχνε με μανία τη φωτογραφία μιας γυναίκας. Αυτή, αυτή είναι, έλεγε και ξανάλεγε, όντας έξαλλος. «Από τη Βουλγαρία υποψήφια. Ορίστε, είναι από τη Βουλγαρία». Εννοείται ότι όταν μιλάει ο Νικήτας τους σκεπάζει όλους. Περιμέναμε λοιπόν οι πάντες υπομονετικά να πέσουν λίγο οι μπαταρίες του, να πέσει και η ενόχληση που του είχε προκαλέσει, άθελά της φαντάζομαι, η γυναίκα αυτή και θρασύδειλα τη διέσυρε ο κ. Νικήτας. Εκ του ασφαλούς φυσικά, αφού από μια γυναίκα δεν κινδύνευε τόσο να τον πετύχει κάπου, να του ανοίξει και καμιά μύτη ( τότε θυμήθηκα τον Ελύτη στα «Ανοιχτά Χαρτιά», όταν γράφει για εκείνους «που έπρεπε να ρίξουν µια γροθιά εκεί όπου έλειπε»).
Ο Παύλος Τσίμας, ίσως για να τον ξεκολλήσει από το φαιδρό του παραλήρημα, είχε την κακή(;) έμπνευση να του πει ότι κάποιοι εκτός Ελλάδος είχαν την ακόμη χειρότερη έμπνευση, να αναγορεύσουν την Αθήνα ως την πιο βρώμικη πόλη στην Ευρώπη (χωρίς προφανώς να πάρουν την έγκριση του κ. Νικήτα). «Να μου τη στείλετε να τη δω!» (την έκθεσή τους), άρχισε να ωρύεται. Έβλεπες έναν άνθρωπο που τον έπνιγε το δίκιο του. Ο άθλιος Τσίμας κάπως δειλά τόλμησε να συνεχίσει και να τον ρωτήσει: «Δηλαδή εσείς πιστεύετε ότι η Αθήνα δεν είναι βρώμικη;». Βεβαίως και δεν είναι, του απαντά αστράφτοντας και ξαναμμένος πλέον ο Χαρχούδας της πόλης μας. Και φυσικά μας έστειλε. Για χάπια, για ματογιάλια, για τ’ αφτιά μας και για ψυχίατρο.

Τον βλέπεις και αναρωτιέσαι: πώς το κατάντησε το άτομο έτσι η αίσθηση πως απέκτησε εξουσία; Μέσα σε τέσσερα μόλις χρόνια. Και από τους τριακόσιους δημοσιογράφους που σιτίζονται στο Πρυτανείο του 9.84 χωρίς να προσφέρουν και σπουδαία πράγματα, κανένας να μην τολμά να του θυμίσει πόσο γυμνός είναι πια. Παρ’ όλα τα τραπεζομάντηλα που του αρέσει να αποσπά από το πλούσιο τραπέζι του και να τυλίγεται με αυτά. Πόσα του σέρνουν και μας αποκαλύπτουν οι πρώην φίλοι του. Πόσα ακόμη πάρκα όπως αυτά στην Πατησίων και τα Εξάρχεια θα ξεπηδήσουν παρά τη θέλησή του αν συνεχίσει να προκαλεί; Πόσο λίγος είναι ο τύπος ακόμη και για μια πόλη που ζει εδώ και τρεις δεκαετίες σε καλπάζουσα παρακμή!

Πόσο λίγοι όμως θα είμαστε κι εμείς αν δεν καταφέρουμε να τον διώξουμε την επόμενη Κυριακή. Αν μείνουμε σπίτι γιατί νομίζουμε πως κάνουμε πέρα όλα τα διλήμματα γυρίζοντας την πλάτη στην ψηφοφορία. Εντάξει ακολουθήσαμε τη συνείδησή μας την περασμένη Κυριακή. Άλλος έριξε μαύρο και στα δυο μεγάλα κόμματα, άλλος δεν εμφανίστηκε καν στο εκλογικό του τμήμα, άλλος έριξε λευκό ή και μια φέτα σαλάμι.( Ένας φίλος που παρακολούθησε στο 55ο Δημοτικό Σχολείο, στην οδό Λιοσίων, την ψηφοφορία όλη την ημέρα, μου έλεγε ότι εκεί είχαν στείλει να ψηφίσουν κατοίκους των Εξαρχείων(!) και σε ένα τμήμα, από τους 500 περίπου εγγεγραμμένους παρουσιάστηκαν μόλις 150 και αρκετοί από αυτούς τους Εξαρχειώτες ψήφισαν Κακλαμάνη). Αλλά έστω αυτά ας ήταν πολιτικές πράξεις έγκυρες για την προηγούμενη Κυριακή. Για την ερχόμενη ισχύουν άλλα.

Για σκεφθείτε τέσσερα επιπλέον χρόνια με έναν Κακλαμάνη ακόμη πιο ξεσαλωμένο. Το να πάμε να ψηφίσουμε για το ποιός θα είναι Δήμαρχος στην πόλη μας, άσχετα από τον εαυτό μας είναι και μια υποχρέωση προς τους άλλους. Ακριβώς όπως το να είμαστε όλοι εμβολιασμένοι έχει άμεση σχέση με το κοινό καλό, αφού αν ο καθένας μας δεν είναι, μπορεί αυτό να κάνει πολλή ζημιά. Την ίδια στιγμή, ας μη φάμε και τη φόλα που πέταξαν μπροστά μας οι αυτιστικές ηγεσίες κάποιων κομμάτων, θεωρώντας ότι ο ανεξάντλητος «σταρχιδισμός» τους θα θεωρηθεί και υψηλή πολιτική. Γιατί ενώ οι προνομιούχες ηγετικές κεφαλές θα συνεχίσουν να ζουν την καλά προφυλαγμένη μέσα στο κομματικό θερμοκήπιο ζωή τους και θα δημιουργείται για εκείνες αυτόματα πολιτικό κεφάλαιο από την κατάρρευση της πόλης, ο οπορτουνισμός τους θα έχει αφήσει εμάς στο έλεος του ατόμου αυτού, των ένστολων Κακλαμανοφρουρών και της μικρής αλλά λαίμαργης ομαδούλας που τον περιβάλλει. Στο έλεος επίσης «βωβών» εργολάβων, που λες και έχει μαγνήτη και τους τραβάει κοντά του (ένας καινούριος εμφανίστηκε να έχει αλισβερίς μαζί του αφού ήδη αγόρασε πάμφθηνα το μισό Μεταξουργείο, μετά την απαξίωσή του φυσικά). Στο έλεος τελικά ενός που η μύτη του δεν λειτουργεί πλέον για να καταλάβει την αποφορά της πόλης, η όρασή του πάσχει από ανήκεστη βλάβη αφού βρίσκει το περιβάλλον γύρω του αγγελικό ενώ η συμπεριφορά του παραπέμπει σε «Ναπολέοντα». Να ορίζει δηλαδή τη ζωή μας ένας άνθρωπος που δεν του χρειάζεται Δημαρχείο αλλά κάτι άλλο (ομοιοκατάληκτο).

Όχι, λοιπόν. Να πάμε να ψηφίσουμε. Και για το χατίρι του ράφτη που ζει τόσο τίμια ανάμεσά μας, της κυρίας από τη Βουλγαρία, για να χάσουν οι Χρυσαυγίτες έναν αβανταδόρο. Και, τέλος, γιατί ζούμε σε μια πόλη που κάποτε μόνον οι δούλοι δεν ψήφιζαν...


vathiprasino