Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Πίσω από πολλές χώρες του τρίτου κοσμου η Ελλάδα, σύμφωνα με το World Economic Forum


Οι ελπίδες μας και η Μποτσουάνα


Tης Ελλης Τριανταφυλλου

Πέρυσι ψάχναμε στον παγκόσμιο άτλαντα την Μποτσουάνα, για να δούμε ποια είναι η χώρα που βρίσκεται ακριβώς πάνω από εμάς στη λίστα του World Economic Forum που κατατάσσει τις χώρες του πλανήτη με βάση την ανταγωνιστικότητά τους. Φέτος δεν χρειάζεται να ψάξουμε. Είμαστε η χώρα με τη χαμηλότερη βαθμολογία στην Ευρωπαϊκή Ενωση, κατέχοντας μία από τις χαμηλότερες κατατάξεις σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Πίσω από χώρες του τρίτου κοσμου, που πριν από μερικά χρόνια μαστίζονταν από εμφύλιο πόλεμο ή από τον ιό του έιτζ.

Η γειτονική μας Αλβανία, για παράδειγμα, όπως και η Μολδαβία και η Γκάμπια, υιοθέτησαν πιο γρήγορα από εμάς τις νέες τεχνολογίες και εφοδίασαν όλα τα σχολεία τους με κομπιούτερ. Ανήκουμε στη δύση, αλλά η τεχνολογία αιχμής είναι στη χώρα μας πιο... εξωτική από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ και την Τουρκία. Είμαστε παραδοσιακά η νούμερο ένα ναυτική υπερδύναμη, αλλά 73 χώρες έχουν πολύ καλύτερες υποδομές στα λιμάνια από ό, τι εμείς. 

Οσοι κατηγορούμενοι μιλούν στις κάμερες εκφράζουν εμπιστοσύνη στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Οταν καλούνται να το επιβεβαιώσουν στους ερευνητές του World Economic Forum, έχουν άποψη. Τέτοια, που οι πολίτες της Ελλάδας εμφανίζονται λιγότερο ικανοποιημένοι από τους πολίτες του Πακιστάν, της Αιγύπτου και του Ιράν. 

Το βάρος της γραφειοκρατίας βουλιάζει την εγχώρια επιχειρηματικότητα στην 129η θέση, ενώ σε 91 χώρες τα φορολογικά βάρη είναι ελαφρύτερα και το φορολογικό καθεστώς πιο αποδοτικό και φιλόξενο για επενδύσεις.

Τα διαβάζεις όλα αυτά και σαστίζεις. Αναζητάς τις προγραμματικές δηλώσεις όλων των κυβερνήσεων της μεταπολίτευσης. Και τις μετεκλογικές δηλώσεις των εκάστοτε μελών του υπουργικού συμβουλίου. Προσπαθείς να καταλάβεις τα στοιχειώδη, έστω. Οχι γιατί έχουμε εκρηκτικό χρέος, ούτε τι πήγε στραβά με τα σπρεντ, αλλά γιατί, διάολε, δεν έχουμε καν κομπιούτερ στα σχολεία μας.

Χρόνια τώρα, όλοι, μα όλοι, μιλούν για την αδήριτη και επιτακτική ανάγκη να προωθηθούν οι διαρθρωτικές αλλαγές. Μηδενός εξαιρουμένου, οι εκπρόσωποι των κομμάτων εξουσίας υμνούν τον πρωταγωνιστικό ρόλο της παιδείας στη νέα ανταγωνιστική εποχή και υποκλίνονται στις νέες τεχνολογίες, ως όχημα για τη μετάβαση σε αυτήν την πολυθρύλητη νέα εποχή. Κάνουν συζητήσεις, περνούν νομοσχέδια, αντιπαρατίθενται με μανία με την εκάστοτε αντιπολίτευση. Επαναλαμβάνουν τα ίδια και τα ίδια ακόμη και στην υποτιθέμενη κριτική τους, που πάντα εξαντλείται στην παραδοχή «έπρεπε να τρέξουμε πιο γρήγορα και να είμαστε πιο τολμηροί και αποφασιστικοί».

Μοιραία, το ποσοστό των πολιτών που δηλώνει απογοήτευση, αν όχι απέχθεια, για τους πολιτικούς και την ασκούμενη πολιτική κοντεύει να φτάσει στο ταβάνι, ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο πήχυ! Και πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν μια χώρα με πραγματικές δυνατότητες, όπως η δική μας, έφτασε να μην μπορεί να ανταγωνιστεί ούτε χώρες που οι δικοί της πολίτες περνούσαν κάποτε τα σύνορά μας νιώθοντας ότι έρχονται στον παράδεισο. Αν δεν το έχουν καταλάβει οι πολιτικοί μας ταγοί, η Ελλάδα έξω από το κοινοβουλευτικό μαντρί αγωνιά και παλεύει να σωθεί, έστω την τελευταία στιγμή.

Οργισμένοι όλοι ακόμη και με τον ίδιο τον εαυτό τους, οι πολίτες σφίγγουν δόντια και ζωνάρια και προχωρούν ελπίζοντας ότι το φως στην άκρη του τούνελ δεν είναι το τρένο που έρχεται. Αντέχουν τα σκληρά μέτρα. Αλλωστε, υπό τις συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί είναι ευκολότερο από ποτέ να τους επιβληθούν. Το δύσκολο είναι να έχουν και αντίκρισμα. Δεν «πετάνε λευκή πετσέτα». Παλεύουν και αγωνίζονται να μην καμφθούν από την οικονομική δυσπραγία ούτε από τον ορυμαγδό των επικριτικών σχολίων κατά της χώρας μας. Δεν παραδίδονται. Περιμένουν ακόμη και ελπίζουν ότι του χρόνου θα είναι σε καλύτερη σειρά κατάταξης. Πάνω ή στην ίδια τουλάχιστον σειρά με εκείνη άλλων μικρών χωρών που κατάλαβαν και έπραξαν το στοιχειώδες: Εφεραν τους μαθητές σε επαφή με τις νέες τεχνολογίες (που είναι ήδη πολύ παλιές σε άλλες χώρες).

Είναι, άραγε, υπερφίαλο να ελπίζει κανείς γι’ αυτό το τόσο αυτονόητο;

kathimerini.gr